Wikipedia

Αποτελέσματα αναζήτησης

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Με αφορμή την σημερινή γιορτή της Αγίας Θεοκτίστης



Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Μηθυμναία
΄Ένα κείμενο γραμμένο π τ Φώτη Κόντογλου - τ Ροβινσώνα τῆς Ὀρθοδοξίας.
(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

«Μέγα τ κατόρθωμα το σο βίου, Μτερ, ληθς. κπλήττεις γρ τν πιστν πάσαν κον τος σος ριστεύμασιν. τι ς γγελος π γς... σία, βίωσας κα γγέλοις καθωμοίωσαι».

«Δίκαιος σπερ λέων πέποιθε», λέγει σοφς Σολομν. Κι᾿ ληθινά, λοι ο γιοι σταθήκανε σν λιοντάρια στν πίστη τους, χι μοναχ τ παλληκάρια, λλ κα τ κακα γεροντάκια κ᾿ ο γυνακες, πο εναι π φυσικ τος φοβιτσιάρες.

χριστιανικ θρησκεία εναι ρωική. ποιος χει πίστη δν φοβται τίποτα, παρεκτς π τ Θεό. παλληκαριά, πο χουνε σοι γωνίζουνται γι τ πράγματα τούτου το κόσμου, δν εναι τίποτα μπροστ στν φοβία κα στν καρτερία πο δείξανε ο γιοι, χι μοναχ ο μάρτυρες, λλ κ᾿ ο σιοι κ᾿ ο εράρχες. Ποις π τος ντρείους του κόσμου μπορε ν ντέξη στν καταφρόνεση; Ποις χει τ δύναμη ν πομένη τς δικες κατηγόριες; Ποις γυρίζει τ πρόσωπό του κι᾿ π τ᾿ λλο μέρος γι ν τν χτυπήσουν, χωρς ν ντισταθ; Ποις χει τ δύναμη ν᾿ γαπ τος χτρούς του κα ν παρακαλ γι᾿ ατούς;

Μ κα στ σωματικά, ποις χει τ δύναμη ν ρνηθ τν κόσμο κα ν πάγη ν ζήση στν ρημι σν τ γρίμι, χωρς καμμι παρηγοριά, δίχως ν βλέπη σκιον νθρώπου, κα ν θρέφεται μ γρια χορτάρια, χοντας γι σπίτι κανένα σκοτειν κα γρ σπήλαιο;

Ναί, πίστη κάνει σν τσάλι κα τν πι τρυφερ καρδιά. γι τοτο γραφε κι᾿ θεόγλωσσος Παλος «ο γρ δωκεν μν Θες πνεμα δειλίας, λλ δυνάμεως» (Τιμόθ. Β, α, 7).

νάμεσα στος γιους, εναι κάποιοι πο γενναιότητά τους κι᾿ σκληρς τρόπος τς ζως τος ξεπερν τόσο πολ τ σύνορο πο φτάνει ντοχ τς νθρώπινης φύσης, πο φαίνουνται πίστευτα στν πιστο, ν πιστς δακρύζει διαβάζοντας τ βίο τους κα δοξάζει τ Θε πο δίνει τέτοια δύναμη σ κείνους πο ρνηθήκανε τ πάντα γι τνομά του. Μι τέτοια δάμαστη ψυχ γι τν πίστη το Χριστο στάθηκε γία Θεοκτίστη Λεσβία.

Ατ γία γεννήθηκε στ φημισμένη Μήθυμνα, πο σήμερα λέγεται Μόλυβος, μι μικρ πολιτεία πο βρίσκεται στ βορινά της Μυτιλήνης, ντίκρυ στν κάβο-Μπαμπ τς νατολς. Στ Μήθυμνα γεννηθήκανε στ ρχαα χρόνια πολλο σπουδαοι νθρωποι, κι᾿ νάμεσα σ᾿ ατος κι᾿ ρίωνας, μεγάλος μουσικός, πο τν παριστάνανε καβαλλικεμένον σ᾿ να δελφίνι, μ τ λύρα στ χέρια, θέλοντας ν δείξουνε πς μάγευε κα τ ζα μ τν τέχνη του.


Λοιπόν, κ᾿ γία Θεοκτίστη εχε πατρίδα τ Μήθυμνα. λλ σκήτεψε κα κοιμήθηκε στν Πάρο, κα τ λείψανό της βρίσκεται στν καριά. Κ᾿ ο πατριτες τς τ εχανε καημ ν μν χουνε ατο τ γιο λείψανό της, κα δν πάψανε ν νεργονε, ς πο σήμερα γινε ατ πο ποθούσανε, κα να μέρος π τ λείψανο τς γίας θ δοθ στος Μηθυμναίους, μ τν δεια το μητροπολίτου Σάμου σεβ. Ερηναίου, κα θ θησαυρισθ σ μία κκλησία πο θ χτίσουνε στ μνήμη της.

γία Θεοκτίστη γεννήθηκε πρν π χίλια κατ χρόνια, τν καιρ πο τανε βασιλις στν Κωνσταντινούπολη Λέοντας Σοφός.

πως εναι συνηθισμένο σ τέτοιες ψυχές, πο πως λέγει εαγγελιστς ωάννης δν γεννηθήκανε π αμα κι᾿ π θέλημα νθρώπου, λλ π τ Θεό, γία Θεοκτίστη π μικρ τρεχε στν κκλησία ν ξεδιψάση σν ζαρκάδι διψασμένο, ς πο πεθάνανε ο γονιοί της κα κείνη πγε σ᾿ να μοναστήρι κ᾿ γινε μοναχή, στ νθος τς νιότης της. Μ κι᾿ π τ μοναστήρι τρεχε ν βοηθήση που πρχε δυστυχισμένος, ρρωστος, φτωχς κι᾿ προστάτευτος νθρωπος.

Μι χρόνια πεθύμησε ν δ τ μεγαλύτερη δελφή της κα κατέβηκε στ Μήθυμνα στερ᾿ π τ Πάσχα.

Κενον τν καιρ ρημάζανε τ νησι κα τ᾿ κρογιάλια τς νατολς ο μπαρμπερίνοι κουρσάροι. Εχε φανερωθ τότες νας ράπης Νίσσυρης, γριο σκυλόψαρο, πο γύριζε παντο μ τ καράβια του, κι᾿ που ξεμπαρκάριζε δν φηνε πέτρα πάνω στν πέτρα. ρπαζε, ξέσκιζε, σκότωνε, τίμαζε τς γυνακες, σκλάβωνε τος ντρες, λλαξοπιστοσε τος χριστιανούς.

Πγε λοιπν κι᾿ ραξε σ μία ρημη θαλασσοβραχιά, βοριν π τ Μήθυμνα, δίχως ν τν πάρουνε εδηση, μπκε μ τ᾿ ραπομάνι το στ χωρι τ νύχτα, τν ρα πο λοι κοιμόντανε, κα μέσα σ λίγο τ διαγούμισε, δν φησε ψαχτο σπίτι, σκότωσε, τίμασε, κα τος ζωντανούς, ντρες κα γυνακες, τος πρε σκλάβους γι ν τος πουλήση. νάμεσα στος σκλάβους τανε κ᾿ Θεοκτίστη, δεκαοχτ χρονν κορίτσι.

Κάνανε πανιά, κ᾿ πειδ εχανε πρύμο τ βοριά, τραβήξανε κα πήγανε στν Πάρο, πο τανε λότελα ρημη κ᾿ εχε ρουμανιάσει, κα γι᾿ ατ τν εχανε κάνει λημέρι ο πειράτες.

Θεοκτίστη, μαζεμένη σ μία γωνι μέσα στ᾿ μπάρι, τανε σκεπασμένη μ τ ράσο τς κ᾿ λεγε μέσα της τν προσευχή της, τ ψαλτήρι, τ δέηση το ων πο τν κατάπιε τ θεριόψαρο, τν προσευχ τν Τριν Παίδων μέσα στ καμίνι, τν προσευχ το Δανιλ μέσα στ λάκκο τν λεόντων.

Επαμε πς Πάρος τανε ρημη κα ρουμανιασμένη, κα δν φαινότανε πάνω τς μηδ σκιος π νθρωπο. Τ μεγάλο χωριό, Παροικιά, εχε γίνει νας σωρς π πέτρες, κι᾿ νάμεσά τους εχανε θεριέψει τ γριοχόρταρα κα τ᾿ γριόδεντρα. γέρας φυσοσε κα χοχλακοσε τ πέλαγο, ρημο κα κενο τς νεμάλλιαζε τ δέντρα κα τ χορτάρια. Ψυχ ζωνταν δν φαινότανε πουθενά. Μοναχ τ νύχτα κουγόντανε τ τσακάλια πο ορλιάζανε κα τ φίδια πο σφυρίζανε.

κε στν Παροικι πρχε μία μεγάλη κα φημισμένη κκλησι τς Παναγίας, χτισμένη κοντ στ θάλασσα. Σώζεται ς τ σήμερα κα τ λένε κατονταπυλιανή, χτίριο π τ πι ρχαία κι᾿ π τ πι σπουδαία της Χριστιανοσύνης.

Κατ τν καιρ πο γινε τούτη στορία, ατ κκλησι εχε ρημάξει, κα τ μάρμαρα κειτόντανε σπασμένα π τος κουρσάρους. γύρω τόπος τανε δασωμένος, κα μέσα στν δια τν κκλησι εχανε φυτρώσει βάτα, σκονοι, πουρνάρια κα τσουκνίδες.

Ο μπαρμπερίνοι ράξανε τ καράβια τος στ λιμάνι, πο εναι σίγουρο π κάθε καιρό, βγήκανε ξω, βγάλανε ξω κα τος σκλάβους, κι᾿ ατο σκορπίσανε δ κ᾿ κε, ψάχνοντας πως πάντα.

Τότε Θεοκτίστη, σιγ-σιγά, δίχως ν τν καταλάβουνε, ξεμάκρυνε, κα χώθηκε στ πυκν δέντρα, κα τρύπωσε σο μπόρεσε πι βαθιά. κουσε τος κουρσάρους ν φωνάζουνε, μ ατ εχε χωθ σ μία τρύπα κα δν νάσαινε, τρέμοντας π τ φόβο της.

Θες τν προστάτεψε, κ᾿ ο κουρσάροι, φο ψάξανε λίγο, κάνανε πανι κα φύγανε.

Σν εδε νάμεσα π τ δέντρα τ καράβια ν πιάνουνε τ πέλαγο, γονάτισε κα φχαρίστησε τ Θεό. Δν φοβήθηκε τίποτα, δν βαλε μ τ νο της πς τανε λομόναχη πάνω σ κενο τ γριονήσι, τί θάτρωγε, τί θάπινε, τί θ ντυνότανε! Τ ροχα τς τανε ξεσκισμένα π τ παλιούρια, τ πόδια κα τ χέρια τς ματωμένα π τ᾿ γκάθια. Μ ατ δόξαζε τν Κύριο πο γλύτωσε τν ψυχή της. Τ κορμί της δν τ συλλογιζότανε λότελα, κ᾿ λεγε μέσα της τ λόγια το Δαυΐδ: «Ἐὰν γρ κα πορευθ ν μέσ σκις θανάτου, ο φοβηθήσομαι κακά, τι Σ Κύριε μετ᾿ μο ε».

βγκε λίγο στ ξέφωτο, κα πγε κοντ στν κροθαλασσιά. γέρας φυσοσε κα τ δέντρα βογκούσανε. θάλασσα βούιζε, τ πέλαγο φριζε, μαβ κι᾿ πέραντο. Ψυχ ζωνταν δν φαινότανε πουθενά. Μοναχ ο γλάροι φωνάζανε π πάνω της, σν ν πορούσανε βλέποντάς την. Κατάλαβε πς τανε λομόναχη σ κείνη τν ρημο, ζωσμένη π τ τελείωτα νερά. Γονάτισε στν μμο κ᾿ κανε τν προσευχή της. Παρακάλεσε τ Θε ν τν προστατέψη, κα τν φχαρίστησε γιατ τν ρριξε σ κενο τ ρημονήσι, ντ ν παραπονεθ, πως θ κάναμε μες. κείνη σκέφθηκε πς νεξιχνίαστη σοφία το Θεο τν πήγε σ κενο τ μέρος γι ν τ σώσ π τς παγίδες το διαβόλου. Γιατ εχε φύγει π τ μοναστήρι της πειδ πεθύμησε ν δ τν δελφή της, ν εχε ρνηθ τν κόσμο γι κενον πο επε «ποιος γαπ τν πατέρα του κα τ μητέρα το περισσότερο π μένα, δν εναι ξιός μου». φύση μας δένει σφιχτ μ τ δεσμά της. Λοιπόν, σως γάπη τς δελφς της ν τν παραπλανοσε. σως φυσικς δεσμς τς σάρκας ν χαλάρωνε στν ψυχ τς τν πνευματικ δεσμ μ τν Χριστό. Γι᾿ ατό, κενος πο οκονομ τ πάντα γι τ συμφέρον το πλάσματός του, τν παράδωσε στος κουρσάρους, γι ν τ φέρουνε στν ρημο πο τν γιασε, πως γιασε τν ντώνιο κα τος λλους σκητάδες.

Τριανταπέντε χρόνια περάσανε π τ μέρα πο πόμεινε λομόναχη Θεοκτίστη στ ρημονήσι τς Πάρου, χωρς ν μάθ κανες τί πόγινε, ζοσε πέθανε. Μ κα κανένας δν ξερε πς βρισκότανε ζωντανς νθρωπος πάνω σ κενο τ ξεχασμένο νησί. Φαίνεται πς κ᾿ ο κουρσάροι δν ξαναπήγανε, γιατ εχανε καλύτερες φωλις πο τρυπώνανε, σ λλα νησιά, κα βρίσκανε καλύτερες βίγλες γι ν παραφυλάγουνε τ καράβια πο περνούσανε κοντύτερα στν νατολή.

Στ τριανταπέντε χρόνια, τυχε ν στείλη π τν Πόλη βασιλις Λέοντας καράβια μ στρατ γι ν πολεμήση τος ραβες πο βαστούσανε τν Κρήτη, κι᾿ π κε κουρσεύανε πολιτεες κα χωριά, πως εδαμε πς κανε Νίσσυρης στ Μήθυμνα. ρχηγς πάνω στ καράβια διορίστηκε νας καλς πολεμιστής, μέριος τνομά του. νάμεσα στ συνοδεία του βρέθηκε κι᾿ Συμεν Μεταφραστής, σπουδασμένος συμβουλάτορας το βασιλέα, πο εχε γράψει πολλος βίους τν γίων.

Σν ν τανε π θεϊκ οκονομία κα βρέθηκε μέσα σ κενα τ καράβια Συμεών, γι ν γράψη τν παράδοξο βίο τς γίας Θεοκτίστης. Γιατί, σν φτάξανε κοντ στ Νιό, καιρς φουρτούνιασε, κα στενευτήκανε ν ποδίσουνε στν Πάρο. Κα σν βγήκανε στ στεριά, πήγανε ν προσκυνήσουνε τ φημισμένη κκλησι τς κατοπυλιανς, πο τν εχανε κουστά τους. κε πο βλέπανε τ χαλάσματα κι᾿ πορούσανε σ τί κατάσταση εχε καταντήσει κενο τ ξαίσιο χτίριο, εδανε ξαφνα νρχεται κατ τ μέρος τος νας καλόγερος, σκελετωμένος, κίτρινος κα ξυπόλητος, μ᾿ να ράσο π γιδότριχα. Ατς δν θέλησε ν τος π πς βρέθηκε σ κενο τ μέρος, μοναχ τος επε, σν τν ρωτήσανε, πς τ μαρμαρένιο κιβώριο πο σκέπαζε τν γία Τράπεζα τ εχανε σπάσει ο κουρσάροι το Νίσσυρη, θέλοντας ν τ πάρουνε γι ν τ πνε στν Κρήτη. Κα πς δν μπορέσανε ν τ κλέψουνε, κα πς φεύγοντας π τν Πάρο τ καράβι το Νίσσυρη τσακίστηκε στ᾿ κρωτήρι τς Εβοιας τ λεγόμενο Ξυλοφάγος (τν σημεριν Κάβο-Ντόρο), κα πνίγηκε κενος χριστιανομάχος Νίσσυρης μαζ μ τος ληστοσυντρόφους του.

Τος επε κι᾿ λλα πολλ γέροντας, μάλιστα τος επε πς θ φτάνανε στν Κρήτη τν Τρίτη κα πς θ νικήσουνε τος ραβες, καθς κι᾿ λλα περιστατικά, πο γινήκανε πως τ προεπε.

Τος επε κόμα κα τούτη τν στορία, πο τν γραψε Συμεών, σν γύρισε στν Πόλη:

«Πρν π λίγα χρόνια, επε, ρθανε στν Πάρο κάποιοι κυνηγο π τν Εριπο (Εβοια) γι ν κυνηγήσουνε λάφια κι᾿ λλα γρίμια, κ᾿ νας π᾿ ατούς μου επε τούτη τ γλυκύτατη στορία: Μι μέρα, μο επε, ρθα σ᾿ ατ τ νησ μ κάποιους συντρόφους γι ν κυνηγήσουμε, πως τώρα. γ χώρισα π τος λλους κα πγα ν προσκυνήσω στν κκλησι τς Παναγίας. Μπαίνοντας μέσα, εδα μέσα σ᾿ να λάκκο λίγα λουμπινάρια, δηλαδ λούπινα, πο κάνει πολλ τοτος τόπος. Επα μέσα μου μήπως βρίσκεται στ νησ κανένας γιος σκητής, κα κοίταξα στνα κα στλλο μέρος τς κκλησις.

κε πο κοίταζα, βλέπω στ δεξι μέρος τς γίας Τράπεζας να κομμάτι ψιλ παν σν τν τσίπα τς ράχνης, πο τ σάλευε γέρας, κα θέλησα ν πάγω κοντύτερα γι ν δ καλ τί τανε. Μ κουσα μία φων πο μολεγε: «Στάσου, νθρωπε, μν πλησιάσης, γιατ εμαι μία γυναίκα γυμνή, κα ντρέπουμαι». γ π τ φόβο μου θέλησα ν φύγω, γιατ τ μαλλι τς κεφαλς μου σηκωθήκανε σν τ᾿ γκάθια, κ᾿ τρεμα π τ φόβο μου.

Μ στάθηκα, κα σν ρθα λίγο στ συγκαλά μου, τ ρώτησα ποι τανε κι᾿ π πο; Κ᾿ κείνη μο επε: «Ρίξε μου, σ παρακαλ, κανένα ροχο ν σκεπαστ, κ᾿ πειτα θ σο π ,τι εναι θέλημα Θεο ν μάθης». Τότε τς ριξα τ πανωφόρι μου, κι᾿ φο τ φόρεσε, πρτα κανε τ σταυρό της κα τν προσευχή της, γι ν μ νομίσω πς εναι κανένα φάντασμα, κ᾿ στερα ρθε κοντά μου. γ σν εδα να τέτοιο θέαμα, φριξα. Γιατ βλεπα μν πς τανε γυναίκα, λλ δν μοιαζε μ νθρωπο, πειδ δν εχε πάνω της σάρκα λότελα, παρ μοναχ τ πετσ μ τ κόκκαλα, κι᾿ ατ μαρο κι᾿ σκημο. Ο τρίχες τν μαλλιν της τανε κάτασπρες, κα τ πρόσωπό της λλαγμένο, δίχως λη λότελα, σν σκιος π νθρωπο. Κι᾿ π τν πολ τ φόβο μου πεσα χάμω προύμυτος, κα τν παρακαλοσα ν μ βλογήση. Κα κείνη σήκωσε τ χέρια της κα τ μάτια της κ᾿ κανε προσευχ μυστικά, κ᾿ στερα μο επε: « Θες ν σ λεήση, νθρωπε το Θεο, πο κενος σ δήγησε σ μένα τν τιποτένια, γι ν σο στορήσω τ ζωή μου.

Μάθε λοιπν πς εμαι π να χωρι τς Μυτιλήνης λεγόμενο Μήθυμνα, καλογραα τν τάξη, Θεοκτίστη τ νομα. Κα τν καιρ πο μουνα μικρή, τελευτήσανε ο γονιοί μου. Τότε γ πγα σ᾿ να γυναικεο μοναστήρι κα κουρεύθηκα μοναχή. Κα σν μουνα δεκαοχτ χρονν, εχα πάει τ Πάσχα στ χωριό μου γι ν δ μία δελφ πο εχα παντρεμένη. Κα τν δια νύχτα ρθανε ο ραβες π τν Κρήτη κα σκλαβώσανε λους τους χωριανούς μου, κα μαζί τους κ᾿ μένα. Κα βάζοντάς μας στ καράβια τους, φύγαμε π κε κα φτάξαμε σ τοτο τ νησί. Σν ράξαμε, ρχηγς τος Νίσσυρης πρόσταξε ν μς βγάλουνε ξω, γι ν λογαριάση πόσα ξίζαμε. γ τότε κανα πς δίψασα κα πς πγα ν πι, κι᾿ φο ξεμάκρυνα π τος λλους, μπκα στ δάσος κα περπάτησα μ τόση βία, πο καταξέσκισα τ πόδια μου π τς πέτρες κι᾿ π τ ξύλα. Στ τέλος, πεσα χάμω σν πεθαμένη, μν μπορώντας ν σταθ ρθια π τος πόνους. Τ πρωί, εδα τος Σαρακηνος ν φεύγουν, κι᾿ π τ χαρά μου ξέχασα τος πόνους.

Εναι τώρα τριανταπέντε χρόνια κα περισσότερο πο κατοικ δ, κι᾿ τροφή μου κατ πρτο λόγος το Θεο κ᾿ βοήθεια τς Παναγίας Θεοτόκου, κα κατ δεύτερο τ λουμπινάρια κα τ χόρτα. Κ᾿ πειδ ξεσκισθήκανε τ ροχα μου κα λιώσανε, μ ντύνει κα μ σκεπάζει δύναμη το Θεο, πο κυβερν κα κρατ τ πάντα».

φο επε ατ τ λόγια γία, εχαρίστησε τ Θε κα σύχασε λίγο. στερα, μο επε πάλι: «σα παθα ς τ σήμερα, σο τ διηγήθηκα μ βραχυλογία, νθρωπε. λλ σ παρακαλ ν μο κάνης τούτη τ χάρη, γι τν Κύριο. Ξεύρω πς θρθης κι᾿ λλη φορ μ τος συντρόφους σου γι ν κυνηγήσετε. Λοιπόν, σν ξανρθετε, πς σ κανέναν ερέα ν μο φέρη μία μερίδα π τ δεσποτικ Σμα γι ν κοινωνήσω, κα μν πς σ κανέναν λλον τίποτα γι μένα».

φο επε ατ τ λόγια, μο δωσε τν εχή της, κ᾿ γ τς δωσα πόσχεση ν κάνω σα μου παράγγειλε. στερα, τς κανα μετάνοια, κ᾿ φυγα.

Σ λίγον καιρό, ρθαμε πάλι δ, πως εχε π γία, κα τς φέραμε τ για Μυστήρια. λλ δν τ βρήκαμε, γιατ εχε πάει σ κανένα λλο μέρος το νησιο, γιατ κρύφθηκε πειδ τανε κι᾿ λλοι μαζί μου, κα δν θελε ν τ δονε. Σν φύγανε μως ο λλοι συντρόφοι μου γι ν κυνηγήσουνε, βλέπω τν γία μπροστά μου, φορεμένη τ ροχο πο τς εχα δώσει. Σν εδε τ για Μυστήρια πο βαστοσα, πιασε κ᾿ κλαιγε π τ χαρά της. Κα σν κοινώνησε, επε: «Νν πολύεις τν δούλην Σου, Δέσποτα, τι εδον ο φθαλμοί μου τ σωτήριόν Σου. Τώρα πο λαβα τν φεση τν μαρτιν μου, ς πάγω που προστάξει παντοδυναμία Σου».

Ατ επε, κι φο σήκωσε τ χέρια της κα τ κράτησε ψωμένα πολλ ρα, κανε τν προσευχ τς νοερά. Κ᾿ γ φο πρα τν εχή της, φυγα.

Καθίσαμε στ νησ λίγες μέρες κα κάναμε καλ κυνήγι. Κα πρν ν φύγουμε, γύρισα πάλι στν κκλησία, γι ν πάρω τν ελογία τς γίας Θεοκτίστης, γι βοήθειά μου στ ταξίδι μας. λλά, μπαίνοντας μέσα στ ρεπιασμένη κκλησιά, τν εδα ν κείτεται νεκρή, στν τόπο πο τν εχα βρ πρωτύτερα, μ σταυρωμένα τ χέρια, κα τυλιγμένη μ τ φόρεμα πο τς εχα δώσει.

Τότε πεσα καταγς, κλαίγοντας κα καταφιλώντας κενο τ᾿ γιασμένο κα παρθενικ κα σπιλο λείψανο. πειτα βγκα ξω κα φώναξα τος συντρόφους μου, κι᾿ φο νάψαμε κερι κα λιβάνια κα ψάλλαμε τ νεκρώσιμη κολουθία, τ θάψαμε στν διο τόπο πο τ βρήκαμε».


Δεν υπάρχουν σχόλια: