Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή την τραγική επέτειο του ΣΑΜΙΝΑ. Προσωπική μαρτυρία.


Ήταν και τότε Τρίτη όταν συνέβη η τραγωδία του ΣΑΜΙΝΑ, πριν από 17 χρόνια. Χρόνος αρκετός για να εκθέσεις σε κοινή θέα αυτά που έζησες και διαχειρίστηκες ως δήμαρχος εκείνη τη δραματική νύχτα, αυτά που δυνατά χαράχτηκαν στη μνήμη σου.

Το πρωί της μέρας εκείνης τίποτα δεν προμήνυε αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Έπειτα από ένα χρόνο μια φιλόλογος, από τη Λειβαδιά (;) σε φιλικό σπίτι μου είπε, πως λίγες μέρες πριν  ένιωσε χωρίς λόγο ένα ασήκωτο ψυχικό άλγος, που την υποχρέωσε να φύγει από την Πάρο. Θυμάμαι ακριβώς τι μου είχε πει:« Είχα την αίσθηση ότι ένα μαύρο σύννεφο  είχε σκεπάσει το νησί και με πίεζε και δεν μπορούσα να πάρω ανάσα». 
Και μία άλλη ότι πήγε να προσκυνήσει την εικόνα της Εκατονταπυλιανής και είδε το πρόσωπο της Παναγίας δακρυσμένο. 
Αυτά που είδαν και ένιωσαν τα είχαν συνδέσει και οι δυο τους με το τραγικό συμβάν. Φαντασιώσεις; Μπορεί.  

Αυτό που ξέρω πολύ καλά, και δεν με ενδιαφέρει, αν με πιστέψει κάποιος ή όχι , είναι ότι εκείνο το βράδυ ένοιωσα να πολλαπλασιάζονται οι ψυχικές και διανοητικές μου δυνάμεις. Η δε σωματική μου αντοχή είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Έμεινα άγρυπνος από την Τρίτη μέχρι την Παρασκευή που έφυγαν και οι τελευταίοι νεκροί από το νησί με τα Σινούκ της Πολεμικής Αεροπορίας και τα νοικιασμένα ρώσικα ελικόπτερα της Πυροσβεστικής που τα κυβερνούσαν Ρώσοι πιλότοι.  

Ούτε μια στιγμή δεν μπήκα στον πειρασμό να αξιοποιήσω πολιτικά τη δημοσιότητα που είχα εκείνες τις μέρες. Σεβάστηκα την τραγικότητά τους. 
Αυτό που έπραξα, ως ελάχιστη οφειλή, ήταν να προβάλω τον ηρωισμό των παριανών ψαράδων και τη μεγάλη κινητοποίηση και τα αισθήματα αλληλεγγύης του παριανού λαού, προς τους ναυαγούς. 

Η περιγραφή της μεγάλης ναυτικής τραγωδίας στα μέσα ενημέρωσης συνοδεύονταν πάντοτε στις δηλώσεις μου με την αυτοθυσία των ψαράδων και την πηγαία ανθρωπιστική συμπεριφορά των κατοίκων του νησιού. 
Η Πάρος έγινε γνωστή παντού για την ποιότητα και τον ανθρωπισμό της. Το διαπίστωσα και από τις επισκέψεις των πρεσβευτών στο νησί, που στο πρόσωπό μου ευχαρίστησαν το λαό της Πάρου για τη διάσωση των συμπατριωτών τους.
Θερμή παράκληση τα προαναφερθέντα και όσα ακολουθήσουν,  να μην θεωρηθούν, ως προσπάθεια προσωπικής προβολής και εξωραϊσμού της εικόνας μου. Άλλωστε ισχύει  πάντοτε η δήλωσή μου, ότι δεν πρόκειται να εκτεθώ ως υποψήφιος σε δημοτικές ή άλλες εκλογές.

Τα γεγονότα, όπως τα έζησα:

Την Τρίτη το βράδυ (26 Σεπτεμβρίου 2000) είχα συγκαλέσει στο Δημαρχείο σύσκεψη των δημοτικών συμβούλων και μελών της παράταξής μου για να συζητήσουμε τρέχοντα ζητήματα του Δήμου μας. Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, ένας από τους παρόντες, ο Τάσος Κοντόσταυλος, που πρακτόρευε το ΣΑΜΙΝΑ, έλαβε κλίση στο κινητό του τηλέφωνο και βγήκε στον εξώστη του Δημαρχείου για να μιλήσει. Σε ελάχιστο χρόνο επέστρεψε στην αίθουσα ταραγμένος, για να μας ανακοινώσει ότι το ΣΑΜΙΝΑ βρίσκεται σε κίνδυνο. Του είχε τηλεφωνήσει για το συμβάν πλοίαρχος άλλου πλοίου. 

Διέκοψα τη συνεδρίαση και τρέξαμε όλοι στο Λιμεναρχείο. Ο Λιμενάρχης Πάρου, ο Λεωνίδας Μανωλάκος, έλειπε με άδεια στην Αθήνα και χρέη Λιμενάρχη ασκούσε ο Υπολιμενάρχης Δημήτρης Μάλαμας, εξαίρετος αξιωματικός. Επειδή ο χώρος του Λιμεναρχείου βρισκόταν σε αναστάτωση κλειστήκαμε οι δυο μας στο γραφείο του. Μου είπε ότι το πλοίο είχε πάρει ήδη κλίση 40 μοιρών και ότι βουλιάζει. Μου είπε ότι ξεκίνησε να ειδοποιεί ψαράδες  σε Πάρο και Αντίπαρο. Ήταν εξαιρετικά ανήσυχος, συναισθανόμενος το μεγάλο βάρος που έπεφτε στις πλάτες του με τις απρόβλεπτες καταστάσεις που επρόκειτο να αντιμετωπίσει. Του συνέστησα να είναι ψύχραιμος και του δήλωσα ότι θα είμαι δίπλα του.

Όταν βγήκα από το γραφείο του, επικοινώνησα αμέσως με τη γραμματέα μου, Νικολέτα Αποστολοπούλου.  Την ενημέρωσα για το συμβάν και της ζήτησα να ειδοποιήσει το σύζυγό της , τον αείμνηστο Αντώνη Ζουμή, που ήταν πρόεδρος του σωματείου Αλιέων, για να ξεκινήσει αμέσως η κινητοποίηση των ψαράδων.

 Επικοινώνησα αμέσως και με τον πρόεδρο της κοινότητας Αντιπάρου, το Γιώργο Φιλολία, για να κινητοποιήσει τα αντιπαριώτικα σκάφη, επειδή η επιχείρηση της διάσωσης θα γίνονταν  πλησίον της Αντιπάρου. Δεν χρειάστηκε να γίνουν πολλές συζητήσεις. 

Οι ψαράδες μας ανταποκρίθηκαν αμέσως, παρά τις κακές καιρικές συνθήκες και τις ξέρες που υπήρχαν στην περιοχή του ναυαγίου.
Όταν ξεκίνησαν τα ψαροκάικα, αμέσως μετά ζήτησα να ειδοποιηθεί το ΚΤΕΛ ,για να στείλει λεωφορεία στην περιοχή της Αγίας Ειρήνης  για τη μεταφορά των ναυαγών, να ανοίξουν τα βενζινάδικα, τα καταστήματα τροφίμων, τα εμπορικά καταστήματα και τα φαρμακεία και από τον κόσμο της Πάρου με ντουντούκα να προμηθεύσει τους ναυαγούς με κουβέρτες και ρούχα. 

Ομολογώ ότι δεν χρειάστηκε καμιά προσπάθεια για να γίνουν πράξη όλα τα παραπάνω.

Ζήτησα επίσης από τους δημοτικούς συμβούλους Γιάννη Γκίκα, Κώστα Ροκονίδα και Μαρία Γουρδούκη να πάνε στο Κέντρο Υγείας για να καταγράφουν τα ονόματα των ναυαγών, ώστε να δίνονται έγκυρες πληροφορίες σε συγγενικά τους πρόσωπα που θα τηλεφωνούσαν.

Η όλη επιχείρηση διευκολύνθηκε από την κάθοδο αρκετού κόσμου στο λιμάνι και από τις πρωτοβουλίες που έπαιρνε.

Όλες οι υπηρεσίες του Δήμου εκείνο το βράδυ δούλεψαν υποδειγματικά, ιδιαίτερα το εργατικό προσωπικό της ΔΕΥΑΠ με επικεφαλής τον διευθυντή της Νίκο Παπαευσταθίου.

Με το θάλαμο επιχειρήσεων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας συνειδητά δεν επικοινώνησα ούτε μια φορά. Ήξερα από την περίπτωση του «Ποσειδώνα», ότι η προσφορά του θα ήταν ασήμαντη.

Στο μεταξύ άρχισαν να καταφτάνουν οι πρώτοι ναυαγοί, από τους πρώτους και οι υπεύθυνοι της τραγωδίας.

Κάποια στιγμή πέρασα από το Κέντρο Υγείας και βρέθηκα μπροστά στο γιατρό Απόστολο Πολυζωίδη . Μου ανακοίνωσε ότι είχαμε τον πρώτο νεκρό και ότι ήταν ο Δημήτρης Μάλαμας. Ήταν το μόνο που δεν περίμενα να ακούσω, αφού πριν από λίγο είμαστε μαζί και συνομιλούσαμε. 

  Η καρδιά του ευσυνείδητου αξιωματικού δεν άντεξε το βάρος της ευθύνης ενός τόσο δύσκολου στη διαχείριση γεγονότος. Ό Δημήτρης Μάλαμας έπεσε νεκρός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Λίγο αργότερα άρχισαν να φτάνουν  και όσοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στην ανταριασμένη θάλασσα. Τους μετέφεραν συνεργεία του Δήμου, της ΔΕΥΑΠ και απλοί πολίτες. 

Έπειτα από λίγο με παίρνει στο κινητό μου τηλέφωνο ο δημοτικός σύμβουλός Χάρης Γιουρτζίδης: «Δήμαρχε», μου λέει, «το Κέντρο Υγείας γέμισε. Πού να βάζω τους νεκρούς;» Του είπα «Στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.» Σε λίγο με ξαναπαίρνει: « Ο Άγιος Νικόλαος γέμισε. Τι να κάνω;»  Του είπα να ανοίξει η αίθουσα του Αρχίλοχου και να τοποθετούνται εκεί.  

Όταν τέλειωσε η επιχείρηση της διάσωσης και επισκέφτηκα την αίθουσα του Αρχίλοχου, το θέαμα ήταν εφιαλτικό. Η μοναδική αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων της Παροικιάς είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο νεκροτομείο, με τους συγγενείς των θυμάτων, με πόνο ψυχής, να επιχειρούν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους ανθρώπους.

Λίγο πριν το ξημέρωμα της Τετάρτης έφτασαν στο νησί άνδρες της ΕΜΑΚ που άρχισαν την αναζήτηση ζώντων, αλλά η επιχείρηση της διάσωσης είχε ήδη συντελεσθεί από τον παριανό λαό.  Και στις 7 το πρωί κατέφθασε ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας Χρήστος Παπουτσής με τον υπαρχηγό του Λιμενικού Σώματος και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματικούς.  
Πραγματοποιήθηκε αμέσως σύσκεψη στο Λιμεναρχείο για να αντιμετωπισθούν ζητήματα πολύ σοβαρά, όπως η μεταφορά των νεκρών στους τόπους προορισμού τους. Συγκρούστηκα μαζί του για την αδράνεια της πολιτείας. Ίσως και μην έπρεπε. Είχαν προηγηθεί όμως τόσο πολλά, που απέδειξαν για άλλη μια φορά την αδυναμία του κράτους στην αντιμετώπιση έκτακτων γεγονότων.

Όταν ηρεμήσαμε έβαλα ζητήματα για τα οποία ήταν απροετοίμαστος. Υπήρχε απαγορευτικό λόγω καιρού. Όμως έπρεπε να έρθουν φέρετρα και άλλο υλικό για να μεταφερθούν οι νεκροί, όσοι δεν ήσαν παριανοί,  εκτός Πάρου. Για να γίνει αυτό έπρεπε να έλθει αμέσως ιατροδικαστής στο νησί και να συντάξει εκθέσεις. Έπρεπε η μεταφορά να γίνει με ελικόπτερα. Και εδώ ξεκίνησε το δράμα της δημόσιας διοίκησης που ταλαιπωρεί τη χώρα μέχρι και σήμερα. Πείστηκε παρά το απαγορευτικό και έδωσε εντολή να έλθει στην Πάρο το πλοίο «Αγία Γαλήνη» με το απαραίτητο υλικό.  Αλλά το πρόβλημα που στην αρχή φάνηκε να είναι άλυτο, είχε σχέση με τα ελικόπτερα. Υπέβοσκε από καιρό αντίθεση ανάμεσα σε δύο υπηρεσίες, αν θυμάμαι καλά, ανάμεσα στο Λιμενικό Σώμα  και την  Πολεμική Αεροπορία, για το ποιος έχει την αρμοδιότητα της διάσωσης. 

Παρά τα τηλεφωνήματα που έκανε ο Υπουργός, λύση δεν βρίσκονταν.  Τελικά τη λύση την έδωσε ο Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών που είχε την ευθύνη για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.  Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε να μην ανησυχώ γιατί βρέθηκε λύση. Δεν θυμάμαι το όνομά του. 
Την επομένη  ήρθε με ελικόπτερο μια γυναίκα ιατροδικαστής, που άρχισε να εξετάζει τις σωρούς και να συντάσσει εκθέσεις. Αργότερα έστειλε στο Δήμο έγγραφο με το  οποίο ευχαριστούσε το δημοτικό σύμβουλο Χάρη Γιουρτζίδη, για τη βοήθεια που της προσέφερε. 

 Όλα όσα μέχρι τώρα ανέφερα, έγιναν μέσα σε μια άνευ προηγουμένου συναισθηματική φόρτιση, από συγγενείς που θρηνούσαν και με τα κανάλια που κατέφθασαν και δεν σε άφηναν να δουλέψεις. Δεν θα ξεχάσω τις φωνές και τον πόνο μιας μάνας που έχασε το παιδί της, όταν εμείς  συνεδριάζαμε στο Λιμεναρχείο.
Και μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου παίχτηκαν δράματα και οικογενειακές τραγωδίες, έβαλα αμέσως ζητήματα, όπως η διασφάλιση και η φρούρηση του ναυαγίου, γιατί κατέφθασαν στο νησί απρόσκλητοι δύτες που ήθελαν να επισκεφτούν το ναυάγιο και υπήρχε κίνδυνος αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το θέμα της απάντλησης των καυσίμων. 

Ζήτησα επίμονα από τον υπαρχηγό του Λιμενικού Σώματος, να έλθει αμέσως στο νησί ο αξιωματικός Πέτρος Κοντόπουλος, στον οποίο είχα εμπιστοσύνη, από την περίπτωση του «Ποσειδώνα». Το αίτημα μου έγινε αμέσως δεκτό. Ο Πέτρος αφού εξέτασε τα σχεδιαγράμματα του πλοίου, ενέκρινε το σχέδιο της απάντλησης και αμέσως ξεκίνησε η περισυλλογή των καυσίμων. Και στην περίπτωση του ΣΑΜΙΝΑ δεν παρατηρήθηκε κανένα πρόβλημα  ρύπανσης.


Εδώ διακόπτω. Ίσως μιαν άλλη φορά καταγράψω και άλλα γεγονότα, όπως τα έζησα, που έχουν σχέση με την τραγωδία που συγκλόνισε το νησί και το πανελλήνιο.
Κώστας Αργουζής

Δεν υπάρχουν σχόλια: